τελειωτικός

(προωθήθηκε από τελειωτική)
Μεταφράσεις

τελειωτικός

(telioti'kos) αρσενικό

τελειωτική

(telioti'ci) θηλυκό

τελειωτικό

endgültigfinaldéfinitif, final (telioti'ko) ουδέτερο
επίθετο
οριστικός τελειωτικό χτύπημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close