τελειώνω

Μεταφράσεις

τελειώνω

(teli'ono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ολοκληρώνω Τελείωσες τη δουλειά σου; Τελείωσα το βιβλίο.
2. καταναλώνω περιεχόμενο Τελείωσες το φαγητό σου;

τελειώνω

end, finish, stop, concludeкончать, кончить, кончиться, заканчиватьيُكْمِلُ, يَنْتَهيdodělat, končitsluttebeendenacabar, finalizarlopettaa, loppuafinirzavršitifinire, terminare終える, 終わる...을 끝내다, 끝나다eindigen, voltooienavslutte, slutteskończyćterminaravslutaเสร็จสิ้น, ทำให้สิ้นสุดbitmek, sona erdirmekkết thúc完成, 结束
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. ολοκληρώνομαι, λήγω Τελείωσε η μέρα. Δεν τελείωσε το έργο.
2. εξαντλούμαι Τελείωσαν τα φρούτα.
3. καταλήγω Πού αρχίζει και πού τελειώνει το οικόπεδο;
4. ξεμπερδεύω Τελείωσα μαζί του.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close