τενεκές

Μεταφράσεις

τενεκές

(tene'ces)

ντενεκές

(dene'ces)
ουσιαστικό αρσενικό
δοχείο πετάω κτ στον τενεκέ ένας τενεκές λάδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close