τερματίζω

Μεταφράσεις

τερματίζω

(terma'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. τελειώνω τερματίζω τον αγώνα
2. σταματάω τερματίζω μια σχέση

τερματίζω

conclude, finish, terminate
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
αθλητισμός φτάνω στο τέρμα τερματίζω πρώτος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close