τετριμμένος

Μεταφράσεις

τετριμμένος

mundane, trite, trivial

τετριμμένος

تَافِه

τετριμμένος

triviální

τετριμμένος

triviel

τετριμμένος

trivial

τετριμμένος

trivial

τετριμμένος

vähäpätöinen

τετριμμένος

trivial

τετριμμένος

trivijalan

τετριμμένος

insignificante

τετριμμένος

些細な

τετριμμένος

사소한

τετριμμένος

triviaal

τετριμμένος

triviell

τετριμμένος

błahy

τετριμμένος

trivial

τετριμμένος

тривиальный

τετριμμένος

trivial

τετριμμένος

ไม่สำคัญ

τετριμμένος

önemsiz

τετριμμένος

ít quan trọng

τετριμμένος

微不足道的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close