τεχνητός

Μεταφράσεις

τεχνητός

(texni'tos) αρσενικό

τεχνητή

(texni'ti) θηλυκό

τεχνητό

artificial, man-madeartificiel, synthétiqueاِصْطِناعيّ, مِنْ صُنْعِ الْإِنْسَانsyntetický, umělýkunstig, menneskeskabtkünstlichartificialkeinotekoinen, teko-umjetanartificiale人工の, 人造の인공의, 인공적인kunstmatigkunstigsztuczny, wytworzony przez człowiekaartificialискусственныйkonstgjord, människotillverkadเทียม, ซึ่งสร้างขึ้นมาsentetik, yapaynhân tạo人造的, 人工人工 (texni'to) ουδέτερο
επίθετο
1. που δεν είναι φυσικός τεχνητός φωτισμός
2. ψεύτικος τεχνητά νύχια
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close