τεχνικός

Μεταφράσεις

τεχνικός

(texni'kos) αρσενικό

τεχνική

(texni'ci) θηλυκό

τεχνικό

(texni'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. τεχνολογικός τεχνική πρόοδος
2. με προσανατολισμό εφαρμοσμένων γνώσεων τεχνική σχολή
3. σχετικός με οδηγίες τεχνικές γνώσεις

τεχνικός

technical, techniciantechnique, technicienتِقْنِيّ, فَنِّيّtechnický, techniktekniker, tekniskTechniker, technischtécnico, técnicateknikko, tekninentehničar, tehničkitecnico専門技術者, 専門的な기술자, 기술적인technicus, technischtekniker, teknisktechniczny, techniktécnicoтехник, техническийtekniker, tekniskเกี่ยวกับวิชาช่าง, ผู้ที่มีความชำนาญเฉพาะด้านteknik, teknisyenkỹ thuật, kỹ thuật viên技术员, 技术的, 技术технически技術
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
επαγγελματίας σε τεχνικό τομέα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close