τιμητικός

(προωθήθηκε από τιμητική)
Μεταφράσεις

τιμητικός

(timiti'kos) αρσενικό

τιμητική

(timiti'ci) θηλυκό

τιμητικό

honorifiquehonorary (timiti'ko) ουδέτερο
επίθετο
1. που γίνεται προς τιμή κάποιου τιμητική τελετή
2. που δείχνει κπ αξία τιμητικό μέλος τιμητικός τίτλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close