τινάζω

Μεταφράσεις

τινάζω

(ti'nazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. χτυπάω κτ για να καθαρίσει τινάζω το χαλί
2. κουνάω με δύναμη τινάζω τα φτερά μου τινάζω το κεφάλι
3. ρίχνω κτ μακριά Τίναξε το βάζο στον τοίχο.
προκαλώ έκρηξη Τίναξαν το σιδηρόδρομο στον αέρα.
έπαθε ηλεκτροπληξία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close