τολμάω

Μεταφράσεις

τολμάω

(tol'mao)

τολμώ

(tol'mo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. παίρνω το θάρρος να κάνω κτ Δεν τολμάω να τον κοιτάξω.
2. ρισκάρω Το τόλμησα και τα κατάφερα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close