τολμηρός

(προωθήθηκε από τολμηρή)
Μεταφράσεις

τολμηρός

(tolmi'ros) αρσενικό

τολμηρή

(tolmi'ri) θηλυκό

τολμηρό

bold, daring, adventurous, enterprising, gritty, pluckyaudacieuxجَرِيءtroufalýyndigwagemutigosadouskaliassmionaudace思い切った대담한gedurfddristigśmiałyousadoсмелыйvågadกล้าหาญgözü pekcả gan大胆的 (tolmi'ro) ουδέτερο
επίθετο
1. θαρραλέος τολμηρός άνθρωπος
2. που παρουσιάζει κινδύνους τολμηρή απόφαση τολμηρό σχέδιο
3. προκλητικός τολμηρό ντεκολτέ
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close