τομή

Μεταφράσεις

τομή

section, intersection, clipping, cuttingintersection, coupureقُصَاصَةvýstřižekudklipAusschnittrecorte, intersecciónlehtileikeizrezakritaglio切り抜き절단krantenknipselklippingwycinekartigoвырезкаsticklingการตัดgazete kesiğibài báo cắt ra切片הצטלבות (to'mi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. ιατρική το κόψιμο με νυστέρι βαθιά τομή
2. εσωτερική εικόνα μετά από κάθετο κόψιμο αντικειμένου κάθετη τομή
3. μεταφορικά σημαντική αλλαγή τομή στην ιστορία
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close