τονίζω

Μεταφράσεις

τονίζω

stress, highlight, accent, accentuate, emphasizeaccent, accentuer, insister sur, souligner, surlignerيُؤَكِّدُ, يُؤَكِدُ, يُبْرِزُzdůraznitbetone, fremhæve, understregebetonen, hervorhebenenfatizar, hacer hincapié, poner de relievekorostaa, painottaaistaknuti, naglasitiaccentuare, enfatizzare, evidenziare強調する강조하다beklemtonen, benadrukkenbelaste, framheve, understrekeuwydatnić, zaakcentowaćdestacar, enfatizar, salientarподчеркиватьmarkera, stressa, understrykaเน้น, เน้นย้ำvurgulamaknêu bật, nhấn mạnh强调, 着重 (to'nizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. βάζω τόνο σε λέξη τονίζω μια συλλαβή
2. επιμένω σε κτ τονίζω κτότι πρέπει να τονίσουμε ότι
3. προβάλλω Το βάψιμο τονίζει τα μάτια της.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close