τορπιλίζω

Μεταφράσεις

τορπιλίζω

يُحَطِّمُ

τορπιλίζω

zdemolovat

τορπιλίζω

ødelægge

τορπιλίζω

zerstören

τορπιλίζω

wreck

τορπιλίζω

demoler

τορπιλίζω

romuttaa

τορπιλίζω

dévaster

τορπιλίζω

uništiti

τορπιλίζω

demolire

τορπιλίζω

大破する

τορπιλίζω

파괴하다

τορπιλίζω

verwoesten

τορπιλίζω

vrake

τορπιλίζω

zdewastować

τορπιλίζω

destruir

τορπιλίζω

förstöra

τορπιλίζω

ทำให้เสียหายยับเยิน

τορπιλίζω

berbat etmek

τορπιλίζω

làm hỏng

τορπιλίζω

拆毁
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close