τουρισμός

Μεταφράσεις

τουρισμός

Tourismustourismtourismetoerismeturismoسِيَاحَةcestovní ruchturismeturismoturismiturizamturismo旅行業관광turismeturystykaтуризмturismการท่องเที่ยวturizmngành du lịch旅游业, 旅游תיירות旅遊Туризъм (turi'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. η παραμονή ανθρώπων σε άλλο μέρος κατα τις διακοπές τους κάνω τουρισμό
2. η συνολική σχετική οργάνωση Η Ελλάδα έχει ανεπτυγμένο τουρισμό.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close