τράβηγμα

Μεταφράσεις

τράβηγμα

hissage, tiragepull, tug, yankดึงسحبtirandoמשיכתZiehenciągnięcietrekken ('traviɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. τραυματισμός μυός μυϊκό τράβηγμα
2. το γύρισμα ταινίας κατά το τράβηγμα της ταινίας
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close