τράγος

Μεταφράσεις

τράγος

bouc ('traɣos)
ουσιαστικό αρσενικό
το αρσενικό της κατσίκας
αυτός που όλοι έχουν την τάση να κατηγορούν Xειάστηκαν έναν αποδιοπομπαίο τράγο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close