τράνταγμα

Μεταφράσεις

τράνταγμα

jerk ('trandaɣma)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η δόνηση το τράνταγμα από την έκρηξη
2. μεταφορικά η αναταραχή ιδεολογικά τραντάγματα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close