τρέπομαι

(προωθήθηκε από τράπηκα)
Μεταφράσεις

τρέπομαι

('trepome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
φεύγω τρέχοντας Ο εχθρός τράπηκε σε φυγή.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close