τρέξιμο

Μεταφράσεις

τρέξιμο

running, runعَدْوběhløbLaufcarrerajuoksucoursetrčanjecorsa走ること뛰기hardlopenløpbiegcorridaбегspringturการวิ่งkoşusự chạy ('treksimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. το να τρέχω συναγωνίζομαι κπ στο τρέξιμο Bγήκα να κάνω λίγο τρέξιμο.
2. μεταφορικά έννοια, φασαρία 'Έχω τρεξίματατρεχάματα με την αστυνομία.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close