τρέπω

Μεταφράσεις

τρέπω

turn ('trepo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω κπ να φύγει Μια γυναίκα έβαλε τις φωνές κι έτρεψε τους κλέφτες σε φυγή.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close