τρίζω

Μεταφράσεις

τρίζω

chirriar, crujir, rechinarcouiner, craquer, crépiter, crisser, grincercigolare, scricchiolare, striderechatter, creak, grind, stridulate ('trizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
βγάζω ξερό ήχο Η πόρτα τρίζει. Τρίζει το ξύλο.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close