τρίμμα

Μεταφράσεις

τρίμμα

('trima)
ουσιαστικό ουδέτερο
τα κομματάκια από τρίψιμο κπ υλικού τρίμμα ξύλου τρίμμα τυριού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close