τρίψιμο

Μεταφράσεις

τρίψιμο

('tripsimo)
ουσιαστικό ουδέτερο
1. η εντριβή το τρίψιμο της πλάτης
2. το γυάλισμα, το καθάρισμα το τρίψιμο του πατώματος
3. το άλεσμα, το κόψιμο σε πολύ μικρά κομμάτια το τρίψιμο του τυριού το τρίψιμο του πιπεριού
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close