τρακοσιοστός

(προωθήθηκε από τρακοσιοστή)
Μεταφράσεις

τρακοσιοστός

(trakosio'stos) αρσενικό

τρακοσιοστή

(trakosio'sti) θηλυκό

τρακοσιοστό

(trakosio'sto) ουδέτερο
επίθετο
που βρίσκεται στη θέση τρακόσια μιας σειράς τρακοσιοστή εικοστή μέρα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close