τρανταχτός

(προωθήθηκε από τρανταχτή)
Μεταφράσεις

τρανταχτός

(tranda'xtos) αρσενικό

τρανταχτή

(tranda'xtos) θηλυκό

τρανταχτό

(tranda'xto) ουδέτερο
επίθετο
1. θορυβώδης τρανταχτό γέλιο τρανταχτή φωνή
2. πολύ σπουδαίος, εντυπωσιακός τρανταχτή επιτυχία
3. σαφής, φανερός τρανταχτό επιχείρημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close