τραπεζίτης

Μεταφράσεις

τραπεζίτης

molaire, banquierbanker, molarمُوَظَّف بَنْكbankéřbankierBankierbanqueropankkiiribankarbanchiere銀行家은행가bankierbankierbankierbanqueiroбанкирbankirนายธนาคารbankacıgiám đốc ngân hàng银行家銀行家בנקאיБанкер (trape'zitis)
ουσιαστικό αρσενικό-θηλυκό
1. βασικό στέλεχος τράπεζας Το επάγγελμά του είναι τραπεζίτης.
2. ανατομία ένα από τα πίσω δόντια O οδοντογιατρός μου έβγαλε τους τραπεζίτες.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close