τραπεζικός

(προωθήθηκε από τραπεζικό)
Μεταφράσεις

τραπεζικός

(trapezi'kos) αρσενικό

τραπεζική

(trapezi'ci) θηλυκό

τραπεζικό

(trapezi'ko) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχέση με τράπεζα τραπεζικός λογαριασμός τραπεζικός υπάλληλος
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close