τραυλίζω

Μεταφράσεις

τραυλίζω

bafouiller, bégayerstammer, gibber, stutterيَتَلْعَثَمُkoktatstammestotterntartamudearänkyttäämucatibalbettareどもる말을 더듬다stotterenstotrejąkać sięgaguejarзаикатьсяstamningพูดติดอ่างkekelemeknói lắp口吃 (tra'vlizo)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. μπερδεύω τα λόγια μου Τραύλισε μια δικαιολογία.
2. ιατρική πάσχω από τραυλισμό Τραυλίζει όταν μιλάει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close