τραυματίζω

Μεταφράσεις

τραυματίζω

wound, hurt, injureblesserيَجْرَحُzranitsåreverletzenlesionarvahingoittaaozlijeditiferire傷つける상처를 입히다verwondensårezranićferirранитьskadaทำให้ได้รับบาดเจ็บyaralamaklàm tổn thương损害 (travma'tizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
πληγώνω τραυματίζω θανάσιμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close