τραυματισμένος

Μεταφράσεις

τραυματισμένος

مَجْرُوحٌ

τραυματισμένος

zraněný

τραυματισμένος

såret

τραυματισμένος

verletzt

τραυματισμένος

injured

τραυματισμένος

lesionado

τραυματισμένος

loukkaantunut

τραυματισμένος

blessé

τραυματισμένος

ozlijeđen

τραυματισμένος

ferito

τραυματισμένος

傷ついた

τραυματισμένος

상처 입은

τραυματισμένος

gewond

τραυματισμένος

såret

τραυματισμένος

ranny

τραυματισμένος

ferido

τραυματισμένος

раненный

τραυματισμένος

skadad

τραυματισμένος

ที่ได้รับบาดเจ็บ

τραυματισμένος

yaralanmış

τραυματισμένος

bị thương

τραυματισμένος

受伤的
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close