τραυματισμός

Μεταφράσεις

τραυματισμός

injury, woundschade損傷إصابةskadelesiónpregiudizio부상травмы损伤вредаskada (travmati'zmos)
ουσιαστικό αρσενικό
1. πρόκληση τραύματος
2. ψυχολογικό σοκ ψυχικός τραυματισμός
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close