τρελαίνομαι

Μεταφράσεις

τρελαίνομαι

(tre'lenome)
ρήμα μεσοπαθητικό (ρήμα)
1. χάνω τα λογικά μου Τρελάθηκα από την ανησυχία.
2. μου αρέσει πάρα πολύ Τρελαίνομαι για γλυκά!
3. παθαίνω σοκ Τρελάθηκα όταν την είδα. Τι έκπληξη!
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close