τρελαίνω

Μεταφράσεις

τρελαίνω

(tre'leno)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. κάνω κπ να χάσει τα λογικά του Με τρέλανε με τις ερωτήσεις του.
2. ξεσηκώνω Το άρωμά του με τρελαίνει. Τα μάτια του με τρελαίνουν.
3. ταράζω Ο θόρυβος μάς έχει τρελάνει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close