τρεμούλα

Μεταφράσεις

τρεμούλα

trepidation (tre'mula)
ουσιαστικό θηλυκό
το να τρέμει κν με πιάνει τρεμούλα Έχω τρεμούλα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close