τρενάρω

Μεταφράσεις

τρενάρω

traîner (tre'naro)
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
καθυστερώ, επιβραδύνω Η δουλειά του τρενάρει.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close