τρεχάλα

Μεταφράσεις

τρεχάλα

(tre'xala)
ουσιαστικό θηλυκό
το τρέξιμο Έβαλαν μια τρεχάλα.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close