τριήμερος

(προωθήθηκε από τριήμερο)
Μεταφράσεις

τριήμερος

(tri'imeros) αρσενικό

τριήμερη

(tri'imeri) θηλυκό

τριήμερο

(tri'imero) ουδέτερο
επίθετο
που διαρκεί τρεις ημέρες τριήμερο ταξίδι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close