τριβή

Μεταφράσεις

τριβή

friction, abrasion, attritionחיכוךtarcie摩擦摩擦attrito마찰frictionالاحتكاكfricción摩擦friktiontřeníтриене (tri'vi)
ουσιαστικό θηλυκό
1. το να τρίβει κν κτ η τριβή μεταξύ δυο σωμάτων H τριβή προκαλεί τη διάβρωση.
2. μεταφορικά η συνήθεια η επαγγελματική τριβή
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close