τριγυρίζω

Μεταφράσεις

τριγυρίζω

(triʝi'rizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
πλησιάζω απειλητικός Μας τριγυρίζει γρίπη.

τριγυρίζω

wander
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
περιφέρομαι τριγυρίζω στους δρόμους
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close