τριπλάσιος

(προωθήθηκε από τριπλάσια)
Μεταφράσεις

τριπλάσιος

(tri'plasios) αρσενικό

τριπλάσια

(tri'plasia) θηλυκό

τριπλάσιο

(tri'plasio) ουδέτερο
επίθετο
τρεις φορές πιο μεγάλος ή πιο πολύς τριπλάσιος σε βάρος τριπλός 2
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close