τρομάζω

Μεταφράσεις

τρομάζω

(tro'mazo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
φοβίζω Μόνο που το σκέφτομαι τρομάζω. Η αρρώστια μας τρομάζει όλους.

τρομάζω

frighten, scare, alarm, petrify, terrifyeffrayer, épouvanterيُخْيِفُ, يُرْعِبُ, يُرَوِّعُděsit, lekatskræmme, skræmme fra vid og sansAngst einjagen, erschreckenasustar, aterrar, espantarpelästyttää, pelottaaprestrašiti, prestraviti, uplašitispaventare, terrorizzare怖がらせる겁나게 하다, 겁을 주다, 겁주다angst aanjagen, bangmaken, laten schrikkenskremmenastraszyć, przerazić, przestraszyćassustar, aterrorizarпугать, ужасатьskrämma, skrämma livet urทำให้ตกใจ, ทำให้หวาดกลัว, หวาดกลัวdehşete düşürmek, korkutmaklàm cho khiếp sợ, làm kinh hãi, làm sợ hãi害怕, 恐吓, 惊恐
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
1. φοβάμαι τρομάζω με το θόρυβο
2. δυσκολεύομαι Τρόμαξα να καταλάβω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close