τροποποιώ

Μεταφράσεις

τροποποιώ

modify, alter, amendيُعَدِّلُupravitændremodifizierenmodificarmuokatamodifiermodificiratimodificare変更する수정하다wijzigenendrezmodyfikowaćmodificarмодифицироватьändraเปลี่ยนแปลงแก้ไขdeğişiklik yapmaksửa đổi修改修改 (tropopi'o)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
αλλάζω, μεταβάλλω Αποφασίσαμε να τροποποιήσουμε τα σχέδιά μας.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close