τροφικός

Μεταφράσεις

τροφικός

(trofi'kos) αρσενικό

τροφική

(trofi'ci) θηλυκό

τροφικό

trophiquealimentaryvoeding栄養โภชนาการالتغذيةravitsemusvýživaErnährungernæring營養питаниеnutriciónתזונה영양nutriçãoхранене营养 (trofi'ko) ουδέτερο
επίθετο
σχετικός με τροφή τροφική δηλητηρίαση
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close