τροφοδοτώ

Μεταφράσεις

τροφοδοτώ

feed, supply, fuelalimenter (trofoðo'to)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. εφοδιάζω, προμηθεύω Tροφοδοτεί τα εργοστάσια με πρώτες ύλες. τροφοδοτώ ένα λογαριασμό (τράπεζας)
2. μεταφορικά ενισχύω, δυναμώνω Οι διηγήσεις του τροφοδοτούσαν τη φαντασία τους. τροφοδοτώ τις φήμες
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close