τροχίζω

Μεταφράσεις

τροχίζω

(tro'çizo)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
κάνω ένα εργαλείο να κόβει καλά τροχίζω ένα μαχαίρι
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close