τροχαίος

Μεταφράσεις

τροχαίος

(tro'çeos) αρσενικό

τροχαία

(tro'çea) θηλυκό

τροχαίο

(tro'ceo) ουδέτερο
επίθετο
που έχει σχέση με την κυκλοφορία τροχαίο ατύχημα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close