τρυπάω

Μεταφράσεις

τρυπάω

(tri'pao)

τρυπώ

(tri'po)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
1. ανοίγω τρύπα τρυπάω έναν τοίχο τρυπάω τ' αυτιά μου
2. τσιμπάω με κτ μυτερό ώστε να βγει αίμα τρυπάω το δάχτυλό μου
3. μεταφορικά διαπερνάω Οι φωνές τους μου τρυπούν τ' αυτιά.

τρυπάω


ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κάνω τρύπα Oι κάλτσες μου τρύπησαν.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close