τρυπητός

Μεταφράσεις

τρυπητός

(tripi'tos) αρσενικό

τρυπητή

(tripi'ti) θηλυκό

τρυπητό

مَثْقُوبpropíchnutýpiercetdurchstochenpiercedperforadolävistettypercéprobušenperforato穴をあけた구멍을 뚫은doorboordgjennomboretprzebityfuradoпроколотыйgenomborradที่ถูกเจาะdelikbấm lỗ穿通的 (tripi'to) ουδέτερο
επίθετο
που είναι γεμάτος τρύπες τρυπητό ύφασμα
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close