τρυπώνω

Μεταφράσεις

τρυπώνω

(tri'pono)
ρήμα μεταβατικό (ρήμα)
ράβω πρόχειρα τρυπώνω το στρίφωμα

τρυπώνω

baste
ρήμα αμετάβατο (ρήμα)
κρύβομαι, χώνομαι Κάπου τρύπωσε και δεν τον βρίσκω.
Site: Ακολουθούν: Κοινοποιήστε:
Open / Close